Search

 

Προσβολή πατρότητας 

Economou & Economou Law Office > Μη κατηγοριοποιημένο  > Προσβολή πατρότητας 

Προσβολή πατρότητας 

Προσβολή πατρότητας 

Η προσβολή της πατρότητας ενός τέκνου, θεωρείται μια περίπλοκη και επώδυνη διαδικασία για τα εμπλεκόμενα μέρη, στην οποία ελλοχεύουν νομικές ιδιαιτερότητες και ανακύπτουν ουκ ολίγες ασαφείς έννοιες και θεσμοί για τον μη νομικό.

Με τον παρόν άρθρο επιχειρείται μια σύντομη ανάλυση στα σημαντικότερα σημεία της διαδικασίας, ώστε να καταστεί σαφές το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο.

1. Το τεκμήριο της πατρότητας

Ο ελληνικός αστικός κώδικας περιλαμβάνει ρύθμιση κατά την οποίο το τέκνο το οποίο γεννήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου ή μέσα σε τριακόσιες (300) ημέρες από την λύση ή ακύρωσή του, τεκμαίρεται ότι έχει ως πατέρα τον σύζυγο της μητέρας του (ΑΚ 1465).

Η συγκεκριμένη διάταξη, ρυθμίζει σε ένα πρώτο στάδιο το ζήτημα της πατρότητας του ανήλικου τέκνου το οποίο γεννάται εντός γάμου, ή εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την λύση του.

Τι συμβαίνει όμως όταν αυτό το τεκμήριο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, καθώς τυγχάνει ο βιολογικός και πραγματικός πατέρας του τέκνου να είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον τεκμαιρόμενο;

Τόσο λοιπόν για νομικούς και όσο και για ηθικούς λόγους νομοθετήθηκε το δικαίωμα προσβολής πατρότητας, το οποίο δύναται να ασκηθεί με αγωγή ενώπιον των αρμόδιων Δικαστηρίων.

2. Τα νομιμοποιούμενα πρόσωπα και η προθεσμίες άσκησης του δικαιώματος

Προς αποφυγή διαιώνισης μιας αβέβαιης κατάστασης για ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα ο ΑΚ τάσσει ιδιαιτέρως στενές προθεσμίες για την άσκηση της αγωγής προσβολής πατρότητας οι οποίες διαφοροποιούνται ανάλογα με το εκάστοτε πρόσωπο που τις ασκεί.

Α. Ο σύζυγος της μητέρας και τεκμαιρόμενος πατέρας του τέκνου (1469 περ.1 ΑΚ)→ ένα (1) έτος από την γνώση του τοκετού και σε κάθε περίπτωση πέντε (5) έτη από τον τοκετό (1470 περ.1 ΑΚ).

Β. Ο πατέρας ή η μητέρα του συζύγου, εάν αυτός πέθανε χωρίς να έχει χάσει το δικαίωμα προσβολής της πατρότητας (1469 περ.2 ΑΚ)→ ένα (1) έτος από την γνώση του θανάτου του υιού του και τη γέννηση (1470 περ.2 ΑΚ).

Γ. Το τέκνο το ίδιο (1469 περ. 3 ΑΚ)→ ένα (1) έτος από την ενηλικίωση.(1470 περ.3 ΑΚ)

Δ. Η μητέρα του τέκνου (1469 περ.4 ΑΚ) →ένα (1) έτος από τον τοκετό ή έξι (6) μήνες από την λύση του γάμου σε περίπτωση που υφίστατο σοβαρός λόγος κατά την διάρκεια του γάμου (1470 περ.4 ΑΚ)

Ε. Ο άνδρας με τον οποίο η μητέρα, ευρισκόμενη σε διάσταση με τον σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του τέκνου(1469 περ.5 ΑΚ) (δηλαδή ο εραστής της) → δύο (2) έτη από τον τοκετό (1470 περ.5 ΑΚ).

3. Ο θεσμός του ειδικού επιτρόπου.

Το τέκνο, λόγω της κατά κανόνα ανηλικότητας του, δεν δύναται να παρασταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είτε ως εναγόμενο μέρος είτε ως ασκών την αγωγή προσβολή πατρότητας. Την εκπροσώπηση του οφείλει να αναλάβει ο νόμιμος εκπρόσωπος του (κατά κανόνα η μητέρα του). Εξαιτίας του ιδιαίτερου χαρακτήρα της αγωγής, υπάρχει περίπτωση ο ενάγων και ο εναγόμενος να είναι στην ουσία το ίδιο πρόσωπο, δημιουργώντας κατ΄ αυτό τον τρόπο αδυναμία αποτελεσματικής εκπροσώπησης του ανηλίκου τέκνου, καθώς υφίσταντο αντικρουόμενα συμφέροντα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η άσκηση της αγωγής προσβολής πατρότητας από την μητέρα του τέκνου, η οποία είναι διαζευγμένη, αλλά έχει την επιμέλεια του τέκνου. Σύμφωνα με του ισχύοντες δικονομικούς κανόνες η αγωγή της που θα ασκηθεί στο όνομα της πρέπει να στραφεί και κατά του ανηλίκου τέκνου, το οποίο λόγω της ανηλικότητας του θα εκπροσωπηθεί από την μητέρα του, η οποία είναι και η νόμιμη εκπρόσωπος του.

Οδηγούμαστε κατ΄ αποτέλεσμα στο άτοπο η μητέρα του ανήλικου τέκνου να ασκεί την αγωγή προσβολής προσωπικότητας κατά του εαυτού του, εγκαθιδρύοντας μια δικαστική διαμάχη, στην οποία είναι δικονομικά η επιτιθέμενη, αλλά και η αμυνόμενη ταυτόχρονα.

Η λύση στο αναφερόμενο δικονομικό πρόβλημα δόθηκε από τον νομοθέτη ο οποίος όρισε ότι σε αντίστοιχες περιπτώσεις, έπειτα από αίτηση του ενδιαφερόμενου να ασκήσει την αγωγή προσώπου, θα ορίσει ειδικό επίτροπο, ο οποίος θα έχει ως καθήκον να εκπροσωπήσει το τέκνο στην σχετική δίκη (1517 ΑΚ και 1592 ΑΚ)

4. Οι έννομες συνέπειες της προσβολής πατρότητας.

Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή προσβολής της πατρότητας του ανήλικου τέκνου αναπτύσσονται ορισμένες άμεσες αλλά και κάποιες αντανακλαστικές έννομες συνέπειες, οι σημαντικότερες εκ των οποίων είναι η παρακάτω:

Α. Αποκόπτεται ο νομικός δεσμός μεταξύ τέκνου και τεκμαιρόμενου πατέρα αναδρομικά από την γέννηση του .

Β .Σε περίπτωση που διαδικασία εκκινηθεί από τον “εραστή” της μητέρας τότε η δικαστική απόφαση επέχει θέση αναγνώρισης του τέκνου από τον βιολογικό πατέρα (1472 ΑΚ). Σε κάθε άλλη περίπτωση το τέκνο θα χαρακτηριστεί νομικά “ως αγνώστου πατρός” και απαιτείται πλέον εκούσια αναγνώριση από τον βιολογικό πατέρα (1475 ΑΚ και 1476 ΑΚ).

Γ. Η δημιουργία του νομικού δεσμού βιολογικού πατέρα – τέκνου προκαλεί ένα “ντόμινο εξελίξεων” με την γέννηση νέων αξιώσεων του ανηλίκου τέκνου, όπως το δικαίωμα διατροφής του από τον βιολογικό πατέρα του αλλά και το κληρονομικό του δικαίωμα στην περιουσία του,τα οποία είναι πολλές φορές καθοριστικής σημασίας

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1465 παρ. 1, 1467 και 1470 αριθμ,1 του ΑΚ, “το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου της μητέρας του ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα το σύζυγο της μητέρας (τέκνο γεννημένο σε γάμο)”, “η ιδιότητα του τέκνου, ως προς το οποίο συντρέχει ένα από τα τεκμήρια των άρθρων 1465 και 1466, ως τέκνου γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς, αν αποδειχθεί ότι η μητέρα δεν συνέλαβε πράγματι, από το σύζυγο της ή ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης ήταν φανερά αδύνατο να συλλάβει από αυτόν, ιδίως εξαιτίας ανικανότητας ή αποδημίας του ή επειδή δεν είχαν σχέσεις” και “η προσβολή της πατρότητας αποκλείεται για το σύζυγο της μητέρας, όταν περάσει ένα έτος αφ’ότου πληροφορήθηκε τον τοκετό και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η σύλληψη του τέκνου δεν έγινε από αυτόν, και, σε κάθε περίπτωση, όταν περάσουν πέντε έτη από τον τοκετό”. Εξάλλου, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 67 του νόμου 1329/1983, που ισχύει από 18-2-1983, η ιδιότητα του τέκνου που γεννήθηκε πριν από την ισχύ αυτού του νόμου ως τέκνου γεννημένου σε γάμο, κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο της γέννησής του. Η προσβολή όμως της πατρότητας κρίνεται σύμφωνα με το νέο δίκαιο. Ο σύζυγος της μητέρας μπορεί να προσβάλλει την πατρότητά του, όταν το τέκνο γεννήθηκε πριν την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου, μόνο εάν δεν είχε χάσει το κατά το προηγούμενο δίκαιο δικαίωμα της αποκήρυξης του τέκνου ή της αμφισβήτησης της πατρότητας, η άσκηση του οποίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1474 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν τον νόμο 1329/1983, αποκλειόταν μετά την παρέλευση έτους από τότε που ο σύζυγος έλαβε γνώση του τοκετού Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο σύζυγος της μητέρας μπορεί να εγείρει την αγωγή για αποκήρυξη του τέκνου, που γεννήθηκε πριν την 18-2-1983, μόνο αν δεν είχε παρέλθει ένα έτος αφότου πληροφορήθηκε τον τοκετό, προκειμένου, όπως αναφέρεται και στην εισηγητική έκθεση του ανωτέρω νόμου, να μην είναι δυνατή η αναβίωση ενός τέτοιου δικαιώματος και η ανατροπή μιας κατάστασης που είχε παγιωθεί υπό το προηγούμενο καθεστώς. (ΑΠ 1020/1986). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 255, 257 και 279 του ΑΚ, συνάγεται ότι και η προβλεπόμενη από την άνω διάταξη αποσβεστική προθεσμία ,όπως και η παραγραφή των αξιώσεων, αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος, α) εμποδίστηκε, μεταξύ άλλων και από λόγο ανώτερης βίας, να ασκήσει το δικαίωμά του κατά το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της αποσβεστικής προθεσμίας και β)μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της, απετράπη με δόλια συμπεριφορά του υπόχρεου από την άσκηση της. Η διάταξη αυτή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου, σύμφωνα με την οποία ,ο δόλος δεν είναι ανεκτός, ενώ η έννοια της ανώτερης βίας είναι και για την προκειμένη περίπτωση η γενικώς παραδεκτή, δηλαδή ανώτερη βία αποτελεί κάθε γεγονός απρόβλεπτο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με άκρα επιμέλεια και σύνεση και εξ αιτίας του οποίου καθίσταται ανέφικτο στον δικαιούχο να προβεί ο ίδιος ή με τη συνδρομή άλλου προσώπου στην επιβαλλόμενη σε αυτόν ενέργεια (ΑΠ 429/2016, 1387/2015). Συνέπεια της αναστολής είναι ότι το χρονικό διάστημα αυτής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της αποσβεστικής προθεσμίας και όταν πάψει η αναστολή η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του δικαιούχου περί αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας συνιστά καταχρηστική ένσταση, προβαλλόμενη ως αντένσταση στην προτεινόμενη και αυτεπαγγέλτως άλλωστε εξεταζόμενη, ένσταση περί συμπλήρωσης της αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΠ 299/2010, 715/2006, 1569/2002).

Επικοινωνήστε με τους καλύτερους δικηγόρους οικογενειακού δικαίου στην Ελλάδα για προσβολή πατρότητας του δικηγορικού γραφείου Οικονομου & Οικονομου στην Αθηνα, στο email econlaw@live.com ή καλέστε μας στο τηλέφωνο 2103603824

No Comments

Leave a Comment